Η μάνα
– Έλα, παιδί μου, που χάθηκες;
– Που χάθηκα βρε μάνα, χτες βράδυ μιλήσαμε.
– Από χθες το βράδυ μέχρι σήμερα ξέρεις πόσα μπορούν να σου συμβούν; Ένα λεπτό θέλει για να γίνει το κακό!
– Να σε παιρνω δηλαδή κάθε ένα λεπτό δηλαδή;
– Όχι παιδί μου όμως της κυρά-Τασούλας το παιδί δεν πήγε να πάρει σοκολάτα από το περίπτερο και τον χτύπησε ένα αμάξι;
– Δεν τρώω σοκολάτες!
– Σκούφο φοράς;
– Μεσα στο σπίτι, πας καλά;
-Γιατί φοράς έξω από το σπίτι;
– Κανένα παιδί δεν φοράει σκούφο!
– Δεν με νοιάζει τι κάνουν τα άλλα παιδιά, το δικό μου με νοιάζει! Να φοράς σκούφο και να καλύπτεις και τα αυτιά μην κρυώσεις!
– Μα δεν κάνει κρύο!
– Μια ζωή λες πως δεν κάνει κρύο και μια ζωή έτρεχα στους γιατρούς! Μυαλό δεν θα βάλεις ποτέ, κοτζάμ άντρας είσαι πια!
– Άσε με επιτέλους, ξέρω τι κάνω!
– Την τύφλα σου ξέρεις, μικρό παιδί είσαι ακόμα!
– Τι είμαι τελικά, ρε μάνα, κοτζάμ άντρας ή μικρό παιδί;
– Τα γάντια τα μάλλινα τα φοράς;Από τα χέρια κρυώνει ο άνθρωπος!
– Τα φοράω!
– Δεν τα φοράς, ψέμματα μου λες για να με ξεφορτωθείς! Πες μου τώρα ότι περπατάς ξυπόλυτος,μπορεί να κρυώσεις!
-Μάνα δεν είμαι στην Αλάσκα, στην Αθήναείμαι!
– Ο Γιάννης της κυρά-Μαριγούλας είπε ότι έχει κρύο στα Αθήνα!
– Και εγώ σου λέω πως δεν έχει κρύο!
– Και γιατί να πιστέψω εσένα και όχι τον επιστήμονα?
– Γιατί ο επιστήμονας δεν ζει στην Αθήνα!
– Τουλάχιστον το φερμουάρ του μπουφάν σου μέχρι επάνω να το σηκώνεις! Από το λαιμό κρυώνει ο άνθρωπος!
– Ναι ρε μάνα! Έξω έχει 22 βαθμούς κι ο τρελός του χωριού θα κυκλοφορεί στην πόλη με γάντια, σκούφο, κασκόλ, μπουφάν και ένα αερόθερμο στην αγκαλιά!
– Θα σου στείλω με το κτελ γεμιστά που σου αρέσουν!
-Δεν μου αρέσουν τα γεμιστά!
– Τι λες τώρα; Μικρός τα έτρωγες σαν τρελός, φώναζες τέλω γεμιστά, τέλω γεμιστά, σαν να σ’ ακούω, τι καλό παιδί που ήσουνα, με τα ωραία σου τα μαλλάκια… λούστηκες;
– Τι λες τώρα; Από το λούσιμο κρυώνει ο άνθρωπος!
– Γεμιστά σου ‘βαλα μπόλικα να τραταρεις και τον καθηγητή σου, εξετάσεις έρχονται!
– Μάνα , σε χάνω!
– Γιατί παιδί μου, τι έχω και μου το κρύβετε;
– Όχι, σε χάνω, λέω, δεν έχω σήμα… Άντε γεια…
– Το κινητό είναι φορτωμένο με μονάδες;
– Και το κινητό είναι φορτωμένο κι εγώ επίσης!
– Φορτωμένο να το έχεις για την κακιά στιγμή… Της γειτόνισσας η Μαρία…
– Μάνα, σε κλείνω…
– Να σου στείλω το εσωθερμικο εσώρουχο.Και να αλλάζεις κάθε μέρα… Του Νικου ο Κωστάκης ξεράθηκε στο μετρό και ήταν με τρύπιο μποξερακι, ρεζίλι έγινε η μάνα του!
– Μάνα έλεος, λυπήσου με, δεν αντέχω άλλο!
– Άμα δεν σου τα πω εγώ, ποιος θα σου τα πει, ο ξένος;
– Κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα γιατί το κάνεις αυτό; Και κυρίως πως το κάνεις;
– Αγόρι μου, μάνα είναι μόνο μία!
– Ευτυχώς μάνα! Ευτυχώς! Δεν θα άντεχα και δεύτερη…
– Έλα, παιδί μου, που χάθηκες;
– Που χάθηκα βρε μάνα, χτες βράδυ μιλήσαμε.
– Από χθες το βράδυ μέχρι σήμερα ξέρεις πόσα μπορούν να σου συμβούν; Ένα λεπτό θέλει για να γίνει το κακό!
– Να σε παιρνω δηλαδή κάθε ένα λεπτό δηλαδή;
– Όχι παιδί μου όμως της κυρά-Τασούλας το παιδί δεν πήγε να πάρει σοκολάτα από το περίπτερο και τον χτύπησε ένα αμάξι;
– Δεν τρώω σοκολάτες!
– Σκούφο φοράς;
– Μεσα στο σπίτι, πας καλά;
-Γιατί φοράς έξω από το σπίτι;
– Κανένα παιδί δεν φοράει σκούφο!
– Δεν με νοιάζει τι κάνουν τα άλλα παιδιά, το δικό μου με νοιάζει! Να φοράς σκούφο και να καλύπτεις και τα αυτιά μην κρυώσεις!
– Μα δεν κάνει κρύο!
– Μια ζωή λες πως δεν κάνει κρύο και μια ζωή έτρεχα στους γιατρούς! Μυαλό δεν θα βάλεις ποτέ, κοτζάμ άντρας είσαι πια!
– Άσε με επιτέλους, ξέρω τι κάνω!
– Την τύφλα σου ξέρεις, μικρό παιδί είσαι ακόμα!
– Τι είμαι τελικά, ρε μάνα, κοτζάμ άντρας ή μικρό παιδί;
– Τα γάντια τα μάλλινα τα φοράς;Από τα χέρια κρυώνει ο άνθρωπος!
– Τα φοράω!
– Δεν τα φοράς, ψέμματα μου λες για να με ξεφορτωθείς! Πες μου τώρα ότι περπατάς ξυπόλυτος,μπορεί να κρυώσεις!
-Μάνα δεν είμαι στην Αλάσκα, στην Αθήναείμαι!
– Ο Γιάννης της κυρά-Μαριγούλας είπε ότι έχει κρύο στα Αθήνα!
– Και εγώ σου λέω πως δεν έχει κρύο!
– Και γιατί να πιστέψω εσένα και όχι τον επιστήμονα?
– Γιατί ο επιστήμονας δεν ζει στην Αθήνα!
– Τουλάχιστον το φερμουάρ του μπουφάν σου μέχρι επάνω να το σηκώνεις! Από το λαιμό κρυώνει ο άνθρωπος!
– Ναι ρε μάνα! Έξω έχει 22 βαθμούς κι ο τρελός του χωριού θα κυκλοφορεί στην πόλη με γάντια, σκούφο, κασκόλ, μπουφάν και ένα αερόθερμο στην αγκαλιά!
– Θα σου στείλω με το κτελ γεμιστά που σου αρέσουν!
-Δεν μου αρέσουν τα γεμιστά!
– Τι λες τώρα; Μικρός τα έτρωγες σαν τρελός, φώναζες τέλω γεμιστά, τέλω γεμιστά, σαν να σ’ ακούω, τι καλό παιδί που ήσουνα, με τα ωραία σου τα μαλλάκια… λούστηκες;
– Τι λες τώρα; Από το λούσιμο κρυώνει ο άνθρωπος!
– Γεμιστά σου ‘βαλα μπόλικα να τραταρεις και τον καθηγητή σου, εξετάσεις έρχονται!
– Μάνα , σε χάνω!
– Γιατί παιδί μου, τι έχω και μου το κρύβετε;
– Όχι, σε χάνω, λέω, δεν έχω σήμα… Άντε γεια…
– Το κινητό είναι φορτωμένο με μονάδες;
– Και το κινητό είναι φορτωμένο κι εγώ επίσης!
– Φορτωμένο να το έχεις για την κακιά στιγμή… Της γειτόνισσας η Μαρία…
– Μάνα, σε κλείνω…
– Να σου στείλω το εσωθερμικο εσώρουχο.Και να αλλάζεις κάθε μέρα… Του Νικου ο Κωστάκης ξεράθηκε στο μετρό και ήταν με τρύπιο μποξερακι, ρεζίλι έγινε η μάνα του!
– Μάνα έλεος, λυπήσου με, δεν αντέχω άλλο!
– Άμα δεν σου τα πω εγώ, ποιος θα σου τα πει, ο ξένος;
– Κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα γιατί το κάνεις αυτό; Και κυρίως πως το κάνεις;
– Αγόρι μου, μάνα είναι μόνο μία!
– Ευτυχώς μάνα! Ευτυχώς! Δεν θα άντεχα και δεύτερη…
