Ο Αρ. Κρ.. από τον Α. Γεώργιο Λασιθίου, είχε τη συνήθεια να πηγαίνει το καλοκαίρι σε ένα αμπέλι που βρισκόταν λίγο πιο κάτω από το σπίτι του και να κάνει την ανάγκη του κάτω από μια κρεβατίνα τσιμπολογώντας ταυτόχρονα τα σταφύλια. Κάποια μέρα εκεί που έκανε αυτό πάει και κάθεται μια μέλισσα πάνω στο πουλί του. Βλέποντά την ο Αριστοτέλης χαμογελά και της λέει πειρακτικά:
- Μωρέ μπράβο λουλούδι που βρήκες να κάτσεις;!
Και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση, επειδή κουνήθηκε, η μέλισσα φοβισμένη του κεντρίζει το πουλί και φεύγει. Σε λίγο πρήζεται το πουλί του Μανωλη και κείνος σφαδάζει από τους πόνους και βάζει τις φωνές. Ακούγοντάς αυτό η γυναίκα του, τρέχει και τον παίρνει και πάνε πιο κάτω σε ένα εκκλησάκι. Εκεί βάζει το δάκτυλό της στο λάδι ενός καντηλιού και μετά αρχίζει να αλείφει σταυρωτά το πουλί του συζύγου της και λέγοντας ταυτόχρονα τρεις φορές:- Στο όνομα του Χριστού και της Παναγίας, πάρ' του, Θεέ μου, τους πόνους και άφησέ του το πρήξιμο!